πορθμίς

πορθμίς
-ίδος, ἡ, Α
1. πορθμός
2. το πορθμείο, δηλαδή το σκάφος για διαπόρθμευση («πορθμίς, ἥτις διὰ πέτρας... Ἐλένην ἀπήγαγ' ἐνθάδ'», Ευρ.)
3. μτφ. τραπέζι με το οποίο προσφερόταν δεύτερη σειρά φαγητών
(«πορθμίδας πολλῶν ἀγαθῶν πάλιν εἴσφερον γεμούσας τὰς ἐφημέριοι καλεῡντι νῡν τραπέζας», Φιλόξ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πορθμός + κατάλ. -ίς, -ίδος (πρβλ. ναυαρχ-ίς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πορθμίς — ship fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίδα — πορθμίς ship fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίδας — πορθμίς ship fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίδες — πορθμίς ship fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίδι — πορθμίς ship fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίδος — πορθμίς ship fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίσιν — πορθμίς ship fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορθμίδ' — πορθμίδα , πορθμίς ship fem acc sg πορθμίδι , πορθμίς ship fem dat sg πορθμίδε , πορθμίς ship fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λευκόπτερος — η, ο (Α λευκόπτερος, ον) (για πλοίο) αυτός που έχει λευκές πτέρυγες (α. «λευκόπτερα δώδεκα πλοία δεμένα σαλεύουν εκεί», Ζαλοκ. β. «ὦ λευκόπτερε Κρησία πορθμίς», Ευρ.) αρχ. 1. (γενικά) λευκός, άσπρος («λευκοπτέρῳ δὲ νιφάδι», Αισχύλ.) 2. περιχαρής… …   Dictionary of Greek

  • τράμπις — ιδος και επικ. τ. ιος, ἡ, Α 1. σκάφος κατάλληλο για διαπόρθμευση, πορθμίς* 2. είδος πλοίου, άκατος. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”